+Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ

 

Στο μεσαίωνα καίγανε τις «μάγισσες» σε πυρά δημόσια.
Να βλέπουν όλοι. Μάρτυρες της αλύπητης τιμωρίας αυτών που τόλμησαν να αγκαλιάσουν άλλες θεωρήσεις.
Σου έχω πει, ο κόσμος γύρω σου είναι μια διαστρέβλωση.
Μα ποια είμαι εγώ να σου έχω πει, να σου έχω δείξει, να σου έχω μιλήσει… Τόσοι Δάσκαλοι λάλησαν πριν από μένα, Δάσκαλοι φιλοσοφίας, επιστήμης, στοχασμού, τέχνης.
Μα όχι, δε μπόρεσες να συλλάβεις ακόμη το νόημα της Μεγάλης Διαστρέβλωσης.
                                                   

Γιατί να πετάνε ένα ανοιχτόμυαλο ον στη φωτιά;
Η φωτιά είναι Φως, είναι εξαγνισμός, είναι αναγέννηση. Πόσους αμέτρητους αιώνες σε χειραγωγούν, δείχνοντάς σου το Φως για σκοτάδι και το σκοτάδι για Φως;
Φώτιση σήμερα. Είναι Ώρα.
Είναι Ώρα να Φωτιστείς.
Μη φαντάζεσαι μεγάλες δόξες, εορτασμούς, δυνατά ρίγη, περήφανες μητέρες, περγαμηνές, αναμνηστικά. Μη φαντάζεσαι άλλη μούρη, άλλο χρώμα μαλλιών, άλλα λόγια.
Μη φαντάζεσαι αστέρια να πέφτουν, να σκίζεται ο ουρανός, να ανοίγουν οι θάλασσες.


Φαντάσου όμως!
                                           
Η Φώτιση ξεκινά με τη Φαντασία!
Με το διπλό Φ κλείνεις την ενόρασή σου, και σου μένουν τρία γράμματα – τρία σκαλοπάτια για να τελειώσεις το σχολείο. Το σχολείο της Αληθινής Γνώσης.
Χ, Ψ και Ω.
Φώτιση είναι η ικανότητά σου να φαντάζεσαι πράγματα έξω από εσένα και από το γνωστό σου κόσμο.
Ακούγεται λίγο; Ξέρεις, όλα είναι λίγα αν δεν τ΄αγαπάς… Και όλα είναι λίγα μόλις τα κατακτήσεις… Όμως, και το λίγο γίνεται πολύ. Όσο τα βήματά σου σε πηγαίνουνε κοντά του, τόσο αυτό απομακρύνεται.
Άσε με να σου πω. Να σου θυμίσω. Ψιθυριστά, έλα κοντά, στο αυτί σου μέσα. Σα ρυάκι που επιμένει, καλοκαίρι καιρό, να κρατά τις δυο σταγόνες του σε κίνηση. Έτσι θα είναι τα λόγια μου:
Είσαι Άγγελος!
Δεν είσαι χώμα, δεν είσαι λάσπη, είσαι νερό!
Αχ, όχι, μη βιαστείς να με πετάξεις, να μου πεις πως το γνωρίζεις.
Τίποτα δε γνωρίζεις στ΄αλήθεια, αν γνώριζες δε θα ‘σουν εδώ, δε θα ρώταγες τι είναι Φώτιση, δε θα πνιγόσουν από το πυκνό σκοτάδι… Είσαι νερό.
Νερό. Το μόνο στοιχείο που υπάρχει σε κάθε μορφή: στερεή, υγρή και αέρια.
Γιατί τότε είσαι καθηλωμένος;
Σου είπαν πως δε μπορείς να πετάξεις;

                                                        


Σε δίδαξαν πως η φαντασία σου είναι περιττή στο δύσκολο εργασιακό περιβάλλον των ανύπαρκτων εργασιών;
Σε πείσανε πως οι περγαμηνές βαθμολογίας σε τεστ πολλαπλών επιλογών, φαρμακολογίας, καμπυλών ανάπτυξης, παρασιτοκτόνων, ειδικών ακουστικών ή γραφιστικών εφέ, ακριβών υλικών δόμησης, κι ό,τι άλλο μηχανεύτηκε ο Χειριστής σου για να σε απομακρύνει από τη φύση σου, σε δίδαξε πως όλα αυτά είναι πιο σημαντικά από το Νερό σου;
Από τη μαγική σου ικανότητα να μεταμορφώνεσαι στη μορφή που επιθυμείς;
Σε δίδαξε να επιθυμείς.
Μα όχι, άκουσέ με! Σε δίδαξε να Νομίζεις.
Έχεις διδακτορικά στο Νομίζειν.
Ανοίγεις επιχειρήσεις Νομιστικές. Γίνεσαι Διδάκτωρ Νομιζολογίας.
Τρέχεις τα παιδιά σου στα φροντιστήρια από μικρά, να μάθουν εγκαίρως να Νομίζουν. Δημιουργείς ευτυχείς κοινότητες Νομιζόντων.
Πολιτείες. Χώρες. Ηπείρους.
Και καταχωνιάζεις στις φαβέλες τους Ονειρευτές.
Ονειρευτές, αυτοί που δε μπόρεσαν να Νομίσουν.
Κι όταν έρχεται η ώρα που ξάφνου πνίγεσαι, πνίγεσαι από όσα Νομίζεις και δεν ξέρεις αν Νομίζεις ή νομίζεις πως Νομίζεις και δεν είσαι σίγουρος τι πια νομίζεις, όταν έρχεται αυτή η ώρα, τα πόδια σου αθέλητα σε πάνε βήμα βήμα στις απομονωμένες φαβέλες των Ονειρευτών.
                                                       

Σε πάνε βήμα βήμα ένα γύρο στην Αγορά, που αγορεύουν Ελεύθερες Γλώσσες και λαλούν σαν αηδόνια, ακόμη κι αν εσύ -ως άλλος Ρωμαίος- δεν καταλαβαίνεις τίποτα….
Η καρδιά σου όμως ψάχνει την Ενθύμηση. Αναζητά τη Δόνηση. Λαχταράει τα ξενομίσματα και τις Αλήθειες Σου.
Και πάνω στη μεγάλη τη συγκίνηση, την ώρα που το δάκρυ ξεπροβάλλει από το μάτι σου, δάκρυ ξεχασμένο, βαθιά θαμμένο κάτω από τόνους Νομισμάτων, τη μαγική αυτή ώρα του λουτρού Φωτός, η γλώσσα των σπουδών σου δεν αντέχει, σε προδίδει, και φωνάζει εκεί, στη μέση της Αγοράς των απομονωμένων φαβελών:

«Μα ποιος τα λέει αυτά τα πράγματα;
Είστε θεόμουρλοι όλοι εδώ πέρα;
Δεν είναι απορίας άξιον, που ζείτε μες στη φτώχια, έπτωτοι, ξεχασμένοι κι από την ίδια σας τη μάνα!

Προσγειωθείτε στην πραγματικότητα επιτέλους!»
Και σκύβεις το κεφάλι, κοιτώντας τ΄αλλεπάλληλα τα βήματά σου που πίσω σε γυρνούν, στα γνωστά κατατόπια του Νομίζειν, καθώς αναρωτιέσαι ποια αποκοτιά να σ΄έφερε στ΄απόνερα της κοινωνίας….
Αγαπημένε Έκπτωτε Άγγελε, θερμή παράκληση, όταν ξανάρθεις στις φαβέλες των Ονειρευτών, άσε στην άκρη τα ακριβά σου τα παπούτσια, μήπως αυτά είναι που σε κρατούν Εσένα γειωμένο σε μια πραγματικότητα που τη Νομίζεις…
Φώτιση Παντού ❤

ΠΗΓΗ: